Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Συμβούλιο Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας Κύπρου

Χαιρετισμός του Επιτρόπου Προεδρίας κ. Φώτη Φωτίου στην παρουσίαση του βιβλίου της Γεωργίας Παύλου «Άγγιγμα Ψυχής», στη Δημοσιογραφική Εστία


Θα αρχίσω τον χαιρετισμό μου σημειώνοντας από την αρχή την ισχυρή πεποίθηση μου, ότι το βιβλίο της Γεωργίας Παύλου, με τον πολύ αντιπροσωπευτικό και χαρακτηριστικό του τίτλο, αγγίζει πραγματικά τις ψυχές όλων.

Όποιος περιέλθει τις σελίδες του και τις αναγνώσει, θα αισθανθεί άμεσα αυτό το άγγιγμα και θα αιτιολογήσει πλήρως τις δραματικές προεκτάσεις του προβλήματος των αγνοουμένων. Στους συγγενείς τους κατά πρώτο λόγο, αλλά, ακόμα θα έλεγα, και σε όλο το λαό μας.

Δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει ούτε προς στιγμή το δράμα των αγνοουμένων. Την εξαφάνιση τόσων ψυχών, την πολύχρονη αγωνία των δικών τους, το μεγάλο έγκλημα εις βάρος τους, τη βαρβαρότητα και την αγριότητα εν γένει του Αττίλα και τις τεράστιες ευθύνες της Τουρκίας για τη μακρά εκκρεμότητα του ζητήματος και την έλλειψη της δέουσας συνεργασίας εκ μέρους της.

Αναλγησία και όνειδος δεν προκαλεί μόνο η απάνθρωπη και βάρβαρη στάση της κατοχικής δύναμης αλλά δυστυχώς, και της πολιτισμένης ανθρωπότητας που ανέχεται την απάνθρωπη μεταχείριση που τυγχάνουν οι οικογένειες των αγνοουμένων για σχεδόν μισό αιώνα. Είναι ντροπή και πρόκληση για την πολιτισμένη ανθρωπότητα, 46 χρόνια μετά και ακόμα να αναζητούν απαντήσεις για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων και να εμπαίζονται με τακτικισμούς και σκοπιμότητες από την κατοχική δύναμη.

Οι προσπάθειες μας για επίλυση της τραγωδίας δεν αποτελούν βάλσαμο στον πόνο και στην αγωνία των οικογενειών. Όμως, πολιτεία και συγγενείς, παρά την απογοήτευση και την πικρία, δεν εφησυχάζουμε. Συνεχίζουμε τον αγώνα μέχρι και τη διευκρίνιση της τύχης και του τελευταίου αγνοούμενου μας. Είναι στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, που πρόσφατα το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ένα σχέδιο δράσης για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, οι δυσκολίες και η αδιαλλαξία της κατοχικής δύναμης. Ευχή και ελπίδα όλων μας είναι όπως επιτέλους η κατοχική δύναμη συνεργαστεί σε ένα πλαίσιο αρχών και αξιών, ώστε να επιτευχθεί πρόοδος προς όφελος των δοκιμαζόμενων οικογενειών.

Αυτές τις μεγάλες και βαθιές προεκτάσεις του δράματος των αγνοουμένων στις ψυχές των συγγενών τους, δεν είναι ποτέ εύκολο να τις οριοθετήσει κανείς, αν δεν τις έχει βιώσει προσωπικά. Αν δεν έχει αισθανθεί τον πόνο και την αγωνία του πατέρα και της μητέρας του αγνοούμενου, της συζύγου και του παιδιού. Αν δεν έχει, επίσης, αισθανθεί εκείνο το προσωρινό γαλήνεμα της ψυχής με την υποδοχή των οστών του, έστω των πολύ λίγων, και τις απαντήσεις που παίρνει μετά από δεκαετίες για τις συνθήκες εξαφάνισης του αγαπημένου του. Αλλά, ακόμη και στη συνέχεια η ψυχή διαμαρτύρεται. Πολλά «γιατί» που είναι δύσκολο να απαντηθούν, εξακολουθούν να βασανίζουν τη ψυχή του καθενός.

«Της μνήμης η υπομονή ψάχνει, σκαλίζει, αναζητεί, διερωτάται γιατί», σημειώνει παραστατικά, στη σελίδα 15 του βιβλίου της η Γεωργία Παύλου.

Φιλοξενώντας μας στα κατάβαθα της ψυχής του κάθε συγγενούς αγνοουμένου, η Γεωργία Παύλου προσπάθησε, και πέτυχε με το βιβλίο της, να μας κάνει να διεισδύσουμε περισσότερο στο δράμα των αγνοουμένων. Να μας κάνει κοινωνούς του συγκλονισμού που αισθάνονται σηκώνοντας για χρόνια το σταυρό του μαρτυρίου τους.

Το βιβλίο της, το «Άγγιγμα Ψυχής», που το δημιούργησε ως προσφορά στη μνήμη του αείμνηστου πατέρα της, αποτελεί ένα μεγάλο αφιέρωμα για τους αγνοουμένους μας. Και την ευγνωμονούμε γι’ αυτό. Πολύ περισσότερο ίσως εμείς που έχουμε αναλάβει το δύσκολο έργο της διαχείρισης των θεμάτων που τους αφορούν και προσπαθούμε για τη διαλεύκανση και της τελευταίας περίπτωσης αγνοουμένου, συναισθανόμενοι όλο βάρος της ευθύνης που αναλάβαμε.

H Γεωργία Παύλου αποτύπωσε με το βιβλίο της και όλα όσα οριοθετούν το μέγεθος της ευθύνης μας αυτής, όπως και του οφειλόμενου χρέους μας απέναντι στους συγγενείς.

Μαζί με τα τρία αδέλφια της, τον Κυριάκο, την Παρασκευή και τον Παύλο, ένιωσαν με τον πιο σκληρό τρόπο την εξαφάνιση του πατέρα τους, Παναγιώτη Παύλου Χατζηπαναγιώτου, στην πιο ευαίσθητη περίοδο της ζωής τους.

Αν ζούσε σήμερα ο Παναγιώτης θα χαιρόταν μαζί με τα παιδιά του, τα 13 δικά τους παιδιά και εγγόνια του. Και θα χαιρόταν ακόμα και για τα παιδιά των εννέα αδελφών του, του Ιωάννη, του Κρίτωνα, του Χαράλαμπου, του Χριστάκη, της Ιφιγένειας, της Μαρούλας, της Βασιλικής, της Ελένης και της Ανδρούλας, όλοι μια μεγάλη οικογένεια με πολλή αγάπη για την πολυβασανισμένη ιδιαίτερη μας πατρίδα.

Όλοι ήταν μαζί όταν αποδώσαμε στον ήρωα πατέρα, αδελφό και παππού τους, τις τιμές που οφείλουμε κατευοδώνοντας τους ήρωες μας, στην κηδεία του, η οποία τελέστηκε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου της γενέτειρας του, στον Πολύστυπο, στις 26 Δεκεμβρίου 2016.

Μαζί ήταν και η σύζυγος του Παναγιώτη, η Μαρούλα, η ηρωίδα μάνα που ανέλαβε το δύσκολο έργο και του πατέρα, να μεγαλώσει και να αναθρέψει τα παιδιά της με τον πιο σωστό τρόπο.

Αισθάνθηκα χρέος μου, στον επικήδειο τότε λόγο μου, να αναφέρω πως όταν υπηρετούσα στο Υπουργείο Άμυνας, είχα την ευλογία μεταξύ των στενών συνεργατών μου να ήταν και ο Παύλος, ένας από τους δυο αδελφούς της Γεωργίας. Ένας εξαίρετος αξιωματικός με ήθος και αξιοπρέπεια, πάνω από όλα όμως ένας εξαίρετος άνθρωπος. Προχώρησα δε να παραθέσω και τί μου είχε εισηγηθεί ο Παύλος να προσθέσω σε ομιλία που εκφώνησα σε μια ξεχωριστή εκδήλωση, αφιερωμένη στις μάνες των αγνοουμένων μας. Να η συγκεκριμένη παράγραφος:

«Την θυμάμαι στα οδοφράγματα να δακρύζει, κρατώντας τη φωτογραφία του παιδιού της. Να προσπαθεί να ορθώσει το ανάστημά της, έτσι που να τη σηκώσει όσο πιο ψηλά γίνεται. Να τη δει κάποιος περαστικός που γνώριζε τον γιο της και να της ψελλίσει δύο λόγια παρηγοριάς. Να της πει ότι τον είδε ζωντανό και μια μέρα, ίσως πολύ σύντομα, να επιστρέψει. Μα κι αν της εξομολογηθεί ότι τον είδε νεκρό, πως θα αντέξει το φορτίο; Μπορεί η καρδιά να σηκώσει τέτοιο μαρτύριο; Φτάνει να ξέρει ότι η σφαίρα της προδοσίας, τον βρήκε στην καρδιά και όχι στην πλάτη. Ότι δεν πόνεσε πολύ και ο θάνατος επήλθε ακαριαίος. Έτσι λακωνικά, με πίκρα και καμάρι μαζί, θα μπορεί να διηγείται στα εγγόνια της τα κατορθώματα του ήρωα γιού της. Του λεβέντη που γέννησε και χάρισε στην πατρίδα. Έτσι τη θυμάμαι τη μάνα του αγνοουμένου, περήφανη και υπομονετική».

Παιδί οκτώ μηνών ήταν τότε ο Παύλος όταν έχασε τον πατέρα του. Τα λόγια που έγραψε, και προανέφερα, ήταν, ακριβώς, ένας όρκος τιμής και για τη δική του μάνα, τη Μαρούλα, που αγωνίστηκε σηκώνοντας για τόσα χρόνια το δικό της σταυρό. Τη Μαρούλα που συνεχίζει να απολαμβάνει την αγάπη και το θαυμασμό των παιδιών της.

Αγαπητή Γεωργία,

Σε συγχαίρω θερμά και από τα βάθη της ψυχής μου για όλα αυτά που μας προσφέρεις με το βιβλίο σου. Συγκίνηση, προβληματισμός, χρέος προς τους αγαπημένους, φιλοπατρία, αγάπη. Και ελπίδα.

Γράφεις στη σελίδα 25: «Μια αόρατη σπίθα στα μάτια διώχνει το πηχτό σκοτάδι και ένα ανάλαφρο αεράκι σκορπά το κλάμα και δροσίζει την καμένη της καρδιά και ανεβαίνει ψηλά, ψηλά»