Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Ομιλία του Επιτρόπου Προεδρίας κ. Φώτη Φωτίου σε εκδήλωση με θέμα την Μικρασιατική Καταστροφή, στην Αθήνα, ΓΤΠ 23/11/2022


Aίθουσα εκδηλώσεων του σταθμού Μετρό, στην Πλατεία Συντάγματος

Να συγχαρώ πρώτα την Ομοσπονδία Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδας ΟΚΟΕ για τη διοργάνωση της εκδήλωσης, και τον Δήμο Νεάπολης-Συκεών, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ποντιακού Ελληνισμού και το Ίδρυμα «Δεν Λησμονώ-Γεώργιος Καραμάνος» για τη συνεργασία τους.

Το θέμα της Έκθεσης Μνήμης και Τιμής για τα 100 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής με θέμα «Από το Δεν Λησμονώ» στο «Δεν Ξεχνώ»: Μικρασιατική Καταστροφή- Γενοκτονία Ποντιακού Ελληνισμού-Εισβολή και Κατοχή της Τουρκίας στην Κύπρο- Τρεις Τραγωδίες-Μια Τριλογία», αποτυπώνει στο απόλυτο τη θλιβερή κατάσταση πραγμάτων που βίωσε και συνεχίζει να βιώνει το έθνος στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Μια περίοδο της οποίας, να τονίσω, η σημερινή τουρκική ηγεσία επισείει τη φρικαλέα μνήμη της με τις γενοκτονίες, τις βίαιες αρπαγές και την απάνθρωπη μεταχείριση ανθρωπίνων ζωών, προκειμένου με τον αναθεωρητισμό και τη νεοοθωμανική προσέγγιση και τακτική της να διευρύνει τις βλέψεις και τις απειλές σε βάρος του ελληνισμού επιβουλευόμενη το Αιγαίο και επιδιώκοντας την πλήρη αποσταθεροποίηση.

Το τουρκικό αφήγημα περί «Γαλάζιας Πατρίδας», το παράνομο Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο με το οποίο επιδιώκεται η καταπάτηση των δικαιωμάτων της Ελλάδας στη θαλάσσια της περιοχή, καθώς και οι άλλες ενέργειες της Τουρκίας στη Λιβύη, τη Συρία, το Ιράκ και την Αρμενία, όπως βέβαια και στην Κύπρο μας, καταδεικνύουν, ακριβώς, πως τα ίδια ένστικτα απάνθρωπης βίας και συστηματικής επιθετικότητας και τρομοκρατίας που κληρονόμησε από τότε το τουρκικό κράτος, επιβιώνουν δυστυχώς και σήμερα με όλη τη θρασύτητα που χαρακτηρίζει την τουρκική ηγεσία και όλο τον κρατικό μηχανισμό της ’γκυρας.

Ελληνίδες, Έλληνες,

Είναι με ασίγαστη μνήμη και βαθιά συγκίνηση που τιμούμε με την εκδήλωση αυτή τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας που ξεριζώθηκε βίαια από τις εστίες του, τον κόσμο εκείνο που για χιλιετίες έσφυζε από ζωή και ανέδυε λάμψη ειρηνικής δημιουργίας, τον κόσμο της Μικράς Ασίας που προδόθηκε και παραδόθηκε τελικά στην καταστροφική μανία, στον εμπρησμό και το φονικό των Νεοτούρκων.

Πρωτόγονα ένστικτα βίαιης αρπαγής επικράτησαν ενός τρισχιλιετούς πολιτισμού.

Πατρίδα Ελλήνων ανέκαθεν η Μικρά Ασία, τόπος με ξεχωριστή προσφορά στα γράμματα, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο, στον πολιτισμό εν γένει. Γη που τραγουδήθηκε, εξυμνήθηκε. Ένας ξεχωριστός κόσμος που ενέπνευσε. Από την αρχαιότητα, στα χρόνια και με το έργο του Ομήρου σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία, τη σκέψη και την εκπαίδευση για πολλούς αιώνες. Με τους μεγάλους Ίωνες προσωκρατικούς φιλόσοφους, ένα Θαλή, έναν Αναξίμανδρο, έναν Ηράκλειτο, που και σήμερα ακόμα μνημονεύονται στις επιστήμες και τα γράμματα. Αλλά και γη μεγάλης πατερικής παράδοσης, τόπος των «τριών Μεγίστων Φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος», των τριών Ιεραρχών και πατέρων των γραμμάτων, με την καθοριστική συμβολή τους για τη συμφιλίωση και τη συνέχεια ανάμεσα στο αρχαιοελληνικό και το χριστιανικό πνεύμα. Ένας κόσμος που και στη σύγχρονη εποχή είχε να επιδείξει δραστήριους και σημαντικούς επιχειρηματίες, εμπόρους, πρωτοπόρους της σύγχρονης ανάπτυξης, αλλά και μια ανθηρή εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα. Δίπλα σε όλα αυτά και ένας φιλειρηνικός και δραστήριος αγροτικός πληθυσμός Ελλήνων, εκατοντάδες χιλιάδες διάσπαρτοι και στη μικρασιατική ενδοχώρα. Όλα αυτά χάθηκαν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αν δεν φονεύτηκαν, διώχθηκαν, ξεριζώθηκαν.

Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης αποτίουμε φόρο τιμής στα αθώα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Φέρνουμε στο νου όλους εκείνους τους ανθρώπους που έφυγαν κατατρομοκρατημένοι, με φρίκη στα μάτια και ανεπούλωτα τραύματα στην ψυχή, αφήνοντας πίσω το σπίτι, το βιος τους όλο, και τον τόπο τους.

Φέρνουμε στο νου τις σφαγές, τους βιασμούς και τις απάνθρωπες βιαιοπραγίες. Νοερά αναπολούμε τη λάμψη της Σμύρνης, που ήταν τότε μια αληθινή μητρόπολη και την έκαμαν στάχτη. Την πρώτη τον καιρό εκείνο ελληνική πόλη σε πληθυσμό. Όπως και όλους τους άλλους προσφιλείς και ξακουστούς τόπους.

Το 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρας Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Το 2002, η Κυπριακή Πολιτεία με Νόμο καθιέρωσε τη 14η Σεπτεμβρίου ως επίσημη Ημέρα Μνήμης και Τιμής για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Φέτος, εκατό χρόνια μετά, ανακηρύχθηκε επίσημα και στην Κύπρο το 2022 έτος μνήμης για την Καταστροφή του 1922, αλλά και αποτίμησης της προσφοράς του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η Κύπρος που, όπως κι άλλοι τόποι Ελλήνων παντού, υποδέχτηκε και έδωσε μια δεύτερη πατρίδα σε Μικρασιάτες πρόσφυγες, συνενώθηκε με τον υπόλοιπο Ελληνισμό σε μια προσπάθεια μνήμης, ιστορικής συνείδησης και αναστοχασμού.

Αναμφισβήτητα η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν ένα πολύ μεγάλο χτύπημα για τον Ελληνισμό. Ακολούθησε τις γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων. Ήταν ο γεωγραφικός ξεριζωμός από χώματα ελληνικά και αγιασμένα για δυόμιση χιλιάδες χρόνια, η διάλυση των εθνικών ονείρων της Μεγάλης Ιδέας.

Αντί για πραγμάτων προαιώνιων ελπίδων μετά τη νικηφόρα συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους Βαλκανικούς πολέμους, ζήσαμε το μεγάλο πένθος της καταστροφής και του ξεριζωμού. Από τη μια η μεταστροφή των συμμαχικών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τα αδίστακτα συμφέροντά τους, από την άλλη τα τρομακτικά λάθη και οι παραλείψεις στη δική μας πλευρά.

Τις πρώτες νίκες που είχαν ως αποτέλεσμα στη χαρμόσυνη απελευθέρωση της Ιωνίας και την προώθηση του Ελληνικού στρατού μέχρι τα πρόθυρα της ’γκυρας, ακολούθησε η τραγική κατάληξη της Μικρασιατικής περιπέτειας με τη φρίκη και το όργιο της τουρκικής θηριωδίας, τις σφαγές, τις απαγωγές, τους βιασμούς και τις οιμωγές, την απελπισία και την απόγνωση του Ελληνικού πληθυσμού.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στην ενδοχώρα, η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Σμύρνης ήταν η τελευταία πράξη του δράματος που οδήγησε σε στρατιωτική ήττα και συντριβή. Ακολούθησε ο ξεριζωμός ενός ολόκληρου κόσμου. Ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες διώχτηκαν από την πατρώα γη. Οι σφαγές, οι λεηλασίες και η προσφυγιά που ακολούθησαν, ήρθαν ως αποκορύφωμα μιας συστηματικής προσπάθειας εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου από τα ιερά χώματα της Μικράς Ασίας.

Τερματίστηκε έτσι βίαια η τρισχιλιετής παρουσία του στον τόπο εκείνο που υπήρξε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού. Γίνεται λόγος για 700.000 νεκρούς.

Στενοί και μακροί ήταν οι δεσμοί της Κύπρου με την Ελληνική Μικρά Ασία. Εμπορικοί και πνευματικοί, μορφωτικοί. Στην Ελληνική εκστρατεία μετείχαν και αρκετοί Κύπριοι, ενώ πρωτοφανής χαρακτηρίζεται στα έντυπα της εποχής η κινητοποίηση των Κυπρίων για υποδοχή των 2.400 περίπου Ελλήνων της Μικράς Ασίας, περιλαμβανομένων και των πιέσεων προς την αποικιοκρατική κυβέρνηση για την κατάργηση των περιορισμών που έθετε.

Με ένα κομπόδεμα από μνήμες βρέθηκαν τότε και στα παράλια της Κύπρου πρόσφυγες από τη Μικρασία. Παρά τα εμπόδια από τον ’γγλο κατακτητή, οι Έλληνες της Κύπρου τους αγκάλιασαν αδελφικά και ένθερμα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για βοήθειά τους. Η στήριξη των Μικρασιατών προσφύγων υπήρξε δείγμα της εθνικής αλληλεγγύης που κατ’ επανάληψη εκδηλώθηκε ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου και τον ευρύτερο ελληνισμό.

Μέσα στην απόλυτη στέρηση και ατέλειωτες ταλαιπωρίες, επιδόθηκαν στον αγώνα της αναδημιουργίας. Διασκορπισμένοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αλλά και στην Κύπρο και στον κόσμο όλο συνέχισαν και βρήκαν ξανά ρυθμό στη ζωή τους, εμβολιάζοντας το σύγχρονο ελληνισμό με την παράδοση, τις αρετές και την κληρονομιά που έφεραν μέσα τους.

Της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, προηγήθηκε βέβαια η εφαρμογή του εθνικιστικού σχεδίου τελειωτικής εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου.

Ο ανθρώπινος νους ωχριά μπροστά στη βαρβαρότητα που επέδειξαν κατά συστηματικό τρόπο οι Νεότουρκοι: Εξολοθρεύτηκαν 353.000 Έλληνες Χριστιανοί του Πόντου, 815 χωριά ανασκάφηκαν, 1.134 εκκλησίες καταστράφηκαν, 960 σχολεία γκρεμίστηκαν και 400.000 άλλοι Έλληνες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να φθάσουν κατατρεγμένοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αφήνοντας πίσω τους ένα πολιτισμό τριών σχεδόν χιλιετών με μοναδικές αποσκευές τις μνήμες και τον πόνο στην καρδιά τους.

Οι Νεότουρκοι τους στέρησαν τη ζωή, τη γη, τις περιουσίες τους. Όχι όμως και την ψυχή τους. Παρά τις κακουχίες οι Έλληνες του Πόντου επέδειξαν ένα αδάμαστο φρόνημα και κατάφεραν, όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να μεγαλουργήσουν στις νέες εστίες που εγκαταστάθηκαν.

Ρίζες και καταβολές και της σημερινής επιθετικής υστερίας του ερντογανικού τουρκοϊσλαμιστικού κράτους είναι εκείνη η δολοφονική μανία που αφάνισε εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Έλληνες της Μικράς Ασίας.

Με την ίδια βαρβαρότητα και αγριότητα οι Τούρκοι στράφηκαν και εναντίον της Κύπρου το 1974 σπέρνοντας τον όλεθρο και την καταστροφή. Χιλιάδες οι νεκροί και αγνοούμενοι, οι αιχμάλωτοι, οι εγκλωβισμένοι, οι πρόσφυγες και τα άλλα θύματα της τουρκικής βαρβαρότητας. Τα ιερά και τα όσια μας καταπατήθηκαν και μεγάλο μέρος της γης μας συνεχίζει να κατέχεται από τα τουρκικά στρατεύματα, με καταφανή το στόχο για την πλήρη τουρκοποίησή της.

Το πικρό πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974, σημάδεψε τις ζωές μας και όρκισε τις επόμενες γενιές σε συνεχή αγώνα κατά του άδικου. Κατά της εγκληματικής υφαρπαγής των ιερών, των περιουσιών, της πολιτιστικής κληρονομιάς, μα πιότερο της αξιοπρέπειάς μας που έκτοτε δοκιμάζεται καθημερινά. Στο διάβα του, παρέσυρε ζωές αθώων, κατάστρεψε, λεηλάτησε και έσπειρε τον πόνο και τον όλεθρο. Μαυροφορημένες μάνες παντού. Ορφανά σε κάθε γωνιά του μυαλού μας. Χήρες να θρηνούν τα αμούστακα παλληκάρια που θέρισε ο χάρος της προδοσίας και της ιδιοτέλειας. Και όλοι εμείς, σκυφτοί, να μνημονεύουμε τους νεκρούς μας ξανά και ξανά.

Ποτέ όμως δεν ξεχνούμε την κατεχόμενη γη μας με την υπερτρισχιλιετή ελληνική ιστορία. Και πάντα θα αγωνιζόμαστε για να ανατρέψουμε τα δεδομένα της κατοχής.

Υποσχόμενοι ότι δε θα συμβιβαστούμε με λίγο ουρανό. Ότι δε θα εξοικειωθούμε με το σφαγιασμό των δικαίων μας, δε θα συμφιλιωθούμε με την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δε θα αποδεχτούμε τα τετελεσμένα της εισβολής. Ότι η θέα του σκλαβωμένου Πενταδακτύλου, θα προκαλεί πάντα τα εθνικά αντανακλαστικά μας.

Γι’ αυτό και ο ελληνισμός στο σύνολό του, πρέπει να είναι, και είναι, συνεχώς σε εγρήγορση, έχοντας πλήρη συνείδηση της πραγματικότητας, αλλά και ακέραια ιστορική συνείδηση. Οφείλουμε όλοι μαζί να σταθούμε ενωμένοι και ισχυροί απέναντι στον παροξυσμό της τουρκικής προκλητικότητας, όπως αναπτύσσεται το τελευταίο διάστημα με την έξαρση της αδιαλλαξίας της Τουρκίας στο Κυπριακό και τις απειλές και τους εκβιασμούς της σε ό,τι αφορά στα κυριαρχικά δικαιώματά μας στις θαλάσσιες μας περιοχές και στα νησιά του Αιγαίου, δικαιώματα που είναι βασισμένα στο διεθνές δίκαιο και αδιαπραγμάτευτα.

Μας προβληματίζει ιδιαίτερα η αναθεωρητική στάση της τουρκικής ηγεσίας και η κλιμάκωση της εχθρικής της ρητορικής σε μια περίοδο που η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με βαθιά ανησυχία τις εξελίξεις με τη στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στο έδαφος της Ουκρανίας.

Εκείνο που με κάθε ευκαιρία τονίζουμε εμείς είναι το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται διαφορετικά σε μια περίπτωση και διαφορετικά σε άλλη. Και η Ρωσία και η Τουρκία εισέβαλαν στρατιωτικά στα εδάφη άλλων χωρών και εξακολουθούν να κατέχουν παράνομα τμήματα των εδαφών τους. Και στις δυο περιπτώσεις θέμα ζήτημα εισβολής, παράνομης κατοχής και παραβίασης θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, όπως η κυριαρχία, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα των κρατών.

Η Τουρκία θα πρέπει δίχως άλλο να προχωρήσει σε κινήσεις αποκλιμάκωσης. Δεν μπορεί να αφήνεται να βαδίζει στο δρόμο του παραλογισμού ενθαρρυμένοι από την ανοχή κάποιων, αλλά και παραγνωρίζοντας την ίδια ώρα ισχυρά μηνύματα που παίρνει για τις απαράδεκτες αξιώσεις και επιδιώξεις της.

Το διεθνές δίκαιο θα πρέπει επιτέλους να επικρατήσει.

Ελληνίδες, Έλληνες,

Διδασκόμενοι από τα μηνύματα που εκπέμπουν οι διαχρονικοί αγώνες του Ελληνισμού για την ελευθερία και τη δικαίωση, και αφουγκραζόμενοι το χρέος προς την πατρίδα, ας κρατήσουμε τις αξίες εκείνες που έκαναν την Μικρά Ασία των Ελλήνων να λάμπει και να πορευτούμε μπροστά με σύνεση, δύναμη και ομοψυχία. Το οφείλουμε σε όλους τους ήρωες των αγώνων μας, το οφείλουμε στις αυριανές και τις επόμενες γενεές.

(ΑΤ/ΣΧ)