Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Ομιλία Επιτρόπου Προεδρίας κ. Φώτη Φωτίου σε εκδήλωση με θέμα «100 χρόνια Αλησμόνητες Πατρίδες» που διοργανώνει ο Δήμος Χαϊδαρίου, η Ένωση Κυπρίων Ελλάδος και ο Κατεχόμενος Δήμος Καραβά, στο Χαϊδάρι, ΓΤΠ 25/09/2022


Θέλω πρώτα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση και να συγχαρώ την Ένωση Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Κ.Ε), τον Δήμο Χαϊδαρίου και τον Κατεχόμενο Δήμο Καραβά για αυτήν την εξαιρετική εκδήλωση.

Με ασίγαστη μνήμη και βαθιά συγκίνηση τιμούμε με την εκδήλωση αυτή τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας που ξεριζώθηκε βίαια από τις εστίες του, τον κόσμο εκείνο που για χιλιετίες έσφυζε από ζωή και ανέδυε λάμψη ειρηνικής δημιουργίας, τον κόσμο της Μικράς Ασίας που προδόθηκε και παραδόθηκε τελικά στην καταστροφική μανία, στον εμπρησμό και το φονικό των Νεοτούρκων.

Πρωτόγονα ένστικτα βίαιης αρπαγής επικράτησαν ενός τρισχιλιετούς πολιτισμού.

Πατρίδα Ελλήνων ανέκαθεν η Μικρά Ασία, τόπος με ξεχωριστή προσφορά στα γράμματα, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο, στον πολιτισμό εν γένει. Γη που τραγουδήθηκε, εξυμνήθηκε. Ένας ξεχωριστός κόσμος που ενέπνευσε. Από την αρχαιότητα, στα χρόνια και με το έργο του Ομήρου σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία, τη σκέψη και την εκπαίδευση για πολλούς αιώνες.

Ένας κόσμος που και στη σύγχρονη εποχή είχε να επιδείξει δραστήριους και σημαντικούς επιχειρηματίες, εμπόρους, πρωτοπόρους της σύγχρονης ανάπτυξης, αλλά και μια ανθηρή εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα. Δίπλα σε όλα αυτά και ένας φιλειρηνικός και δραστήριος αγροτικός πληθυσμός Ελλήνων, εκατοντάδες χιλιάδες διάσπαρτοι και στη μικρασιατική ενδοχώρα. Όλα αυτά χάθηκαν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αν δεν φονεύτηκαν, διώχθηκαν, ξεριζώθηκαν.

Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης αποτίουμε φόρο τιμής στα αθώα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Φέρνουμε στον νου όλους εκείνους τους ανθρώπους που έφυγαν κατατρομοκρατημένοι, με φρίκη στα μάτια και ανεπούλωτα τραύματα στη ψυχή, αφήνοντας πίσω το σπίτι, το βίος τους όλο, και τον τόπο τους.

Φέρνουμε στον νου τις σφαγές, τους βιασμούς και τις απάνθρωπες βιαιοπραγίες. Νοερά αναπολούμε τη λάμψη της Σμύρνης, που ήταν τότε μια αληθινή μητρόπολη και την έκαμαν στάχτη. Την πρώτη, τον καιρό εκείνο, ελληνική πόλη σε πληθυσμό. Όπως και όλους τους άλλους προσφιλείς και ξακουστούς τόπους. Αϊβαλί, Προύσα, Ανδριανούπολη, Αλλάγια, Νίκαια, Αϊδίνι, Καλλίπολη, Ραιδεστός, Άσσος, Νικομήδεια, Πρίγκηπος, Μύρα, Σπάρτη Πισιδίας και τόσοι και τόσοι άλλοι ακόμα…

Το 1998, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό κράτος». Το 2003, η Κυπριακή πολιτεία με νόμο καθιέρωσε τη 14η Σεπτεμβρίου ως επίσημη Ημέρα Μνήμης και Τιμής για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τον Δεκέμβριο 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με τη γενοκτονία των Αρμενίων.

Φέτος, εκατό χρόνια μετά, με απόφαση του το Υπουργικό Συμβούλιο ανακήρυξε και στην Κύπρο το 2022 έτος μνήμης για την Καταστροφή του 1922, αλλά και αποτίμησης της προσφοράς του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Η Κύπρος που, όπως κι άλλοι τόποι Ελλήνων παντού, υποδέχτηκε και έδωσε μια δεύτερη πατρίδα σε Μικρασιάτες πρόσφυγες, συνενώνεται με τον υπόλοιπο Ελληνισμό σε μια προσπάθεια μνήμης, ιστορικής συνείδησης και αναστοχασμού.

Μικρασιατική Καταστροφή, η τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας, η τραγική απόληξη και του μεγάλου εθνικού διχασμού που προηγήθηκε. Κανένα ίσως άλλο από τα συντρέχοντα αίτια δεν επηρέασε όσο εκείνος ο βαθύς διχασμός που ήρθε να προστεθεί στα παιχνίδια συμφερόντων των Διεθνών Δυνάμεων. Γιατί όλα τα άλλα δεν ήταν ακριβώς στα χέρια των Ελλήνων.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στην ενδοχώρα, η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Σμύρνης ήταν η τελευταία πράξη του δράματος που οδήγησε σε στρατιωτική ήττα και συντριβή. Ακολούθησε ο ξεριζωμός ενός ολόκληρου κόσμου. Ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες διώχτηκαν από την πατρώα γη. Οι σφαγές, οι λεηλασίες και η προσφυγιά που ακολούθησαν, ήρθαν ως αποκορύφωμα μιας συστηματικής προσπάθειας εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου από τα ιερά χώματα της Μικράς Ασίας. Τερματίστηκε έτσι βίαια η τρισχιλιετής παρουσία του στον τόπο εκείνο που υπήρξε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού. Γίνεται λόγος για 700.000 νεκρούς.

Με ένα κομπόδεμα από μνήμες βρέθηκαν τότε και στα παράλια της Κύπρου πρόσφυγες από τη Μικρασία. Παρά τα εμπόδια από τον Άγγλο κατακτητή, οι Έλληνες της Κύπρου τους αγκάλιασαν αδελφικά. Ένθερμα ανταποκρίθηκαν σε εράνους που οργάνωσαν οι επιτροπές «επί του εθνικού αγώνος», σε συνεργασία με την Αρχιεπισκοπή, τις Μητροπόλεις και τα Δημοτικά Συμβούλια σε πόλεις και χωριά. Συνέλεγαν τρόφιμα και είδη ένδυσης για να καλύψουν τις πρώτες ανάγκες των προσφύγων και ακολούθως φρόντιζαν τους πονεμένους αδελφούς τους για διαμονή και εργασία. Η στήριξη των Μικρασιατών προσφύγων υπήρξε δείγμα της εθνικής αλληλεγγύης που κατ’ επανάληψη εκδηλώθηκε ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου και τον ευρύτερο Ελληνισμό.

Μέσα στην απόλυτη στέρηση και ατέλειωτες ταλαιπωρίες, επιδόθηκαν στον αγώνα της αναδημιουργίας. Διασκορπισμένοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αλλά και στην Κύπρο και στον κόσμο όλο συνέχισαν και βρήκαν ξανά ρυθμό στη ζωή τους, εμβολιάζοντας τον σύγχρονο Ελληνισμό με την παράδοση, τις αρετές και την κληρονομιά που έφεραν μέσα τους.

Ημέρα μνήμης σήμερα και για την αποφράδα ημέρα της 19ης Μαΐου 1911, τη μαύρη εκείνη ημέρα που τέθηκε σε εφαρμογή το εθνικιστικό σχέδιο τελειωτικής εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου.

Ο ανθρώπινος νους ωχριά μπροστά στη βαρβαρότητα που επέδειξαν κατά συστηματικό τρόπο οι Νεότουρκοι: Εξολοθρεύτηκαν 353.000 Έλληνες Χριστιανοί του Πόντου, 815 χωριά ανασκάφηκαν, 1.134 εκκλησίες καταστράφηκαν, 960 σχολεία γκρεμίστηκαν και 400.000 άλλοι Έλληνες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να φθάσουν κατατρεγμένοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αφήνοντας πίσω τους ένα πολιτισμό τριών σχεδόν χιλιετιών με μοναδικές αποσκευές τις μνήμες και τον πόνο στην καρδιά τους.

Οι Νεότουρκοι τους στέρησαν τη ζωή, τη γη, τις περιουσίες τους. Όχι όμως και τη ψυχή τους. Παρά τις κακουχίες οι Έλληνες του Πόντου επέδειξαν ένα αδάμαστο φρόνημα και κατάφεραν, όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να μεγαλουργήσουν στις νέες εστίες που εγκαταστάθηκαν.

Γενοκτονίες Ασσυρίων/Χαλδαίων, Αρμενίων και Ποντίων, από το 1914-1915 και μέχρι το 1919-1920. Και μαζική φονική εξόντωση των Μικρασιατών Ελλήνων το 1922. Τέτοια είναι τα θεμέλια του νέου τουρκικού κράτους.
Σαν τραγική ειρωνεία ιστορίας, ο επιδεικτικά θρασύς Τούρκος ηγέτης και μαζί του όλος ο κρατικός μηχανισμός της Άγκυρας, έρχεται σήμερα να επισείει αυτή τη φρικαλέα μνήμη και να απειλεί τον Ελληνισμό, επιβουλευόμενος το Αιγαίο και επιδιώκοντας αποσταθεροποίηση.

Ρίζες και καταβολές και της σημερινής επιθετικής υστερίας του ερντογανικού τουρκοϊσλαμιστικού κράτους είναι εκείνη η δολοφονική μανία που αφάνισε εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Γι’ αυτό και ο Ελληνισμός στο σύνολο του, πρέπει να είναι, και είναι, συνεχώς σε εγρήγορση, έχοντας πλήρη συνείδηση της πραγματικότητας, αλλά και ακέραια ιστορική συνείδηση.

Σαράντα οκτώ χρόνια συμπληρώθηκαν από την έναρξη της εισβολής στην Κύπρο από τον ίδιο κατακτητή. Σαράντα οκτώ πικρά χρόνια. Τιμούμε τους νεκρούς μας, τιμούμε τους αγνοουμένους και τους εγκλωβισμένους μας, τους εκτοπισμένους μας και όλους τους παθόντες. Η σκέψη μας πάει στα κατεχόμενα χωριά και τις πόλεις μας. Στους καταπατημένους βωμούς και τις εστίες μας. Στα μαγευτικά ακρογιάλια της Κερύνειας, της Αμμοχώστου και της Μόρφου. Στα κάστρα του Πενταδακτύλου. Στα μοναστήρια των Αποστόλων Ανδρέα και Βαρνάβα, στους τόπους όπου αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν εκατοντάδες συμπατριώτες μας γράφοντας ανεξίτηλα και το δικό τους όνομα στο Πάνθεον των Αθανάτων μας.

Το πικρό πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974, σημάδεψε τις ζωές των Ελλήνων της Κύπρου. Στο διάβα του, παρέσυρε ζωές αθώων, κατάστρεψε, λεηλάτησε και έσπειρε τον πόνο και τον όλεθρο. Μαυροφορημένες μάνες παντού. Ορφανά σε κάθε γωνιά του μυαλού μας. Χήρες να θρηνούν τα αμούστακα παλληκάρια που θέρισε ο χάρος της προδοσίας και της ιδιοτέλειας. Και όλοι εμείς, σκυφτοί, να μνημονεύουμε τους νεκρούς μας ξανά και ξανά.

Οφείλουμε όλοι μαζί να σταθούμε ενωμένοι και ισχυροί απέναντι στον παροξυσμό της τουρκικής προκλητικότητας, όπως αναπτύσσεται το τελευταίο διάστημα με την έξαρση της αδιαλλαξίας της Τουρκίας στο Κυπριακό και τις απειλές και τους εκβιασμούς της σε ό,τι αφορά στα κυριαρχικά δικαιώματα μας στις θαλάσσιες μας περιοχές και στα νησιά του Αιγαίου, δικαιώματα που είναι βασισμένα στο διεθνές δίκαιο και είναι αδιαπραγμάτευτα.

Μας προβληματίζει ιδιαίτερα η αναθεωρητική στάση της τουρκικής ηγεσίας και η κλιμάκωση της εχθρικής της ρητορικής σε μια περίοδο που η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με βαθιά ανησυχία τις εξελίξεις με τη στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στο έδαφος της Ουκρανίας. Εκείνο που, με κάθε ευκαιρία, τονίζουμε εμείς είναι ότι το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται διαφορετικά σε μια περίπτωση και διαφορετικά σε άλλη.

Η Τουρκία θα πρέπει δίχως άλλο να προχωρήσει σε κινήσεις αποκλιμάκωσης. Δεν μπορεί να αφήνεται να βαδίζει στον δρόμο του παραλογισμού ενθαρρυμένοι από την ανοχή κάποιων, αλλά και παραγνωρίζοντας την ίδια ώρα ισχυρά μηνύματα που παίρνει για τις απαράδεκτες αξιώσεις και επιδιώξεις της.

Αναλογιζόμενοι το ιστορικό μας χρέος έναντι του Έθνους επιβάλλεται να ψηλαφίσουμε με κριτική διάθεση τα λάθη και τα πάθη μας, ως μέρος και τούτο της επιβαλλόμενης αυτογνωσίας μας, ώστε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις της ενδεδειγμένης πορείας μας στο μέλλον.

Ναι, θα πρέπει να αναγνωρίζουμε πως διαπράξαμε και εμείς λάθη στην πορεία μας, λάθη που επηρέασαν και στοίχισαν, λάθη που πρόσφεραν έδαφος για υλοποίηση των τουρκικών σχεδίων κατά του Ελληνισμού.

Διδασκόμενοι από τα μηνύματα που εκπέμπουν οι διαχρονικοί αγώνες του Ελληνισμού για την ελευθερία και τη δικαίωση, και αφουγκραζόμενοι το χρέος προς την πατρίδα, ας κρατήσουμε τις αξίες εκείνες που έκαναν την Μικρά Ασία των Ελλήνων να λάμπει και να πορευτούμε μπροστά με σύνεση, δύναμη και ομοψυχία.

Η κρισιμότητα των στιγμών δεν επιτρέπει την απουσία κανενός. Το έθνος είναι πάνω από όλους και από όλα.

Το οφείλουμε σε όλους τους ήρωες των αγώνων μας, το οφείλουμε στις αυριανές και τις επόμενες γενεές.

(ΡΜ/ΜΓ)