Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Ομιλία Προεδρικού Επίτροπου κ. Φώτη Φωτίου σε Ημερίδα για τους Αγνοούμενους της κυπριακής τραγωδίας του 1974, στην Αθήνα, 6 Ιουνίου 2018


Δεν είμαι εδώ μαζί σας για να σας μιλήσω για ένα θέμα που δεν γνωρίζετε. Αλίμονο αν η ομιλία μου είχε αυτή τη διάσταση. Και το σημειώνω αυτό στην αρχή, καταθέτοντας τον απέραντο σεβασμό μου σε ανθρώπους που βίωσαν και εξακολουθούν να βιώνουν καθημερινά το μαρτύριο του πόνου και της αγωνίας για την εξαφάνιση αγαπημένων τους, καθώς και σε ανθρώπους που μετά από μια μακρά και βασανιστική περίοδο αβεβαιότητας πληροφορούνται, με την παράδοση μερικών μόνο οστών, ότι, τελικά, οι αγαπημένοι τους έχουν μεταταχθεί από την κατηγορία των αγνοουμένων στην κατηγορία των πεσόντων. Και αυτό, 44 χρόνια μετά. Οποία τραγωδία. Οποία ντροπή και καταισχύνη ειδικά για την ένοχη Τουρκία.

Κυρίες και κύριοι,

Είμαι εδώ για να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου στη βάση των εμπειριών από την εμπλοκή μας στην προσπάθεια αντιμετώπισης και επίλυσης ενός προεξάρχοντος εθνικού θέματος, αυτού των Ελλαδιτών και Κυπρίων αγνοουμένων. Των δικών μας ανθρώπων, που δεν δίστασαν να ανταποκριθούν με υψηλό αίσθημα ευθύνης και περηφάνια στο κάλεσμα της πατρίδας για υπεράσπιση της ελευθερίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου.

Υπό τις συνθήκες και τα δεδομένα, βέβαια, της μεγάλης προδοσίας που έφερε την καταστροφή και την κατοχή του 37,5% των εδαφών της Κύπρου, τον βίαιο εκτοπισμό από τις πατρογονικές τους εστίες του ενός τρίτου του πληθυσμού, την βεβήλωση των ιερών και των οσίων μας και τις χιλιάδες των νεκρών, των αγνοουμένων, των αιχμαλώτων, των εγκλωβισμένων και των άλλων παθόντων.  

Στους νεκρούς και τους αγνοουμένους μας ξεχωριστή θέση έχουν οι αδελφοί μας της μητροπολιτικής Ελλάδας που με τον ηρωισμό και το απαράμιλλο τους θάρρος κέρδισαν τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη όλων μας. Με τον αγώνα τους διέσωσαν την αξιοπρέπεια του απανταχού Ελληνισμού και είμαστε και θα είμαστε εσαεί ευγνώμονες. Αγωνιζόμαστε για να εκπληρώσουμε το δικό μας χρέος και τις υποχρεώσεις απέναντι στους ίδιους και τις οικογένειες τους και να δικαιώσουμε τη θυσία, τόσο αυτών, όσο και των Ελληνοκυπρίων νεκρών και αγνοουμένων της Κυπριακής τραγωδίας.

Ως άλλοι Αυξεντίου και Μάτσηδες πρόβαλαν ερρωμένη αντίσταση κατά του Τούρκου εισβολέα και μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους έδωσαν όλο τους το είναι σε επιβεβαίωση των λόγων του Ποιητή πως «Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται». Επιβεβαίωσαν, οι πιο σύγχρονοι αυτοί ήρωες μας, πως η ιστορία του έθνους μας έχει το μοναδικό ίσως γνώρισμα στην οικουμένη πως είναι μια ιστορία αδιάλειπτων και άνισων αγώνων για την επιβίωση του. Μια ιστορία ποτισμένη από το αίμα των ηρώων και των μαρτύρων μας «για την βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά ελευθερία» μας.

Ο χρόνος δεν μετριάζει ούτε και ελαττώνει το χρέος μας έναντι τους, αλλά ούτε και το βάρος της ιστορικής μας ευθύνης απέναντι στην πατρίδα που αναμένει την τελική δικαίωση. Η μνήμη τους ηχεί διαρκώς δυνατά στη συνείδηση μας υποβάλλοντας μας να μένουμε συνεχώς άγρυπνοι στις επάλξεις για τη σωτηρία της μικρής και ακριβής μας πατρίδας και τη λύτρωση του προδομένου και αδικημένου λαού μας.  Αυτό μας επιτάσσουν η ιστορία μας και οι παρακαταθήκες των ηρώων μας.

Δεν θα ήθελα να επεκταθώ στις εξελίξεις όσον αφορά στην επίλυση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου που είναι, ασφαλώς, πάντοτε προτεραιότητα μας. Εμείς έχουμε επανειλημμένα υπογραμμίσει πως είμαστε έτοιμοι να επαναρχίσουμε χωρίς καθυστέρηση τις διαπραγματεύσεις από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν τον περασμένο Ιούλιο στο Γκραν Μοντανά, στη βάση του γνωστού πλαισίου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ κ. Γκουτέρες που προνοεί όχι εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα και όχι παραμονή κατοχικών στρατευμάτων. Άλλοι δυστυχώς είναι όμως οι στόχοι και οι επιδιώξεις της Τουρκίας.

Θα περιοριστώ στην τραγωδία των αγνοουμένων μας και των οικογενειών τους, που είναι η πιο τραγική πτυχή της σύγχρονης ιστορίας μας και που για την αντιμετώπιση της καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις για την εξεύρεση μια δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού προβλήματος. Πάγια θέση μας ήταν και παραμένει ότι η επίλυση της ανθρωπιστικής πτυχής της τραγωδίας των αγνοουμένων δεν πρέπει και δεν συναρτάται με τις οποιεσδήποτε εξελίξεις στο κυπριακό. Αυτό αποτελούσε και αποτελεί για εμάς θέση αρχής και αξιών, κάτι άγνωστο, δυστυχώς, για την κατοχική δύναμη και τους συνοδοιπόρους της.

Δεν μπορούμε και ούτε είναι δυνατόν να αποστούμε από το χρέος μας έναντι των παλληκαριών που έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι στις σκληρές και άνισες μάχες με τον Αττίλα, ή αιχμαλωτίστηκαν και μαρτύρησαν στη συνέχεια στα χέρια των στρατευμάτων του, ή στα χέρια Τουρκοκυπρίων εξτρεμιστών που για χρόνια ποτίζονταν από την Άγκυρα με το δηλητήριο του μίσους και της έχθρας κατά των Ελληνοκυπρίων, με στόχο την υλοποίηση των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι και οι δηλώσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας ενός Τουρκοκύπριου πρώην αξιωματούχου της τρομοκρατικής οργάνωσης των Τουρκοκυπρίων Τ.Μ.Τ που συστάθηκε και λειτουργούσε από τις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας, για μαζικές και εν ψυχρώ δολοφονίες αιχμαλώτων πολέμου και ανυπεράσπιστων Ελληνοκυπρίων πολιτών. Η δημόσια και ωμή παραδοχή της διάπραξης των εγκλημάτων σε βάρος των Ελληνοκυπρίων από τον τουρκικό στρατό αλλά και από τους Τουρκοκύπριους εξτρεμιστές αποτελεί ακόμα μια απόδειξη για τις βαρβαρότητες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν.

Πραγματικά, συγκλονίζουν τον καθένα τα στοιχεία που αφορούν τους αγνοουμένους μας. Οι άνθρωποι που μετέχουν για χρόνια τώρα στις προσπάθειες διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων, είναι κυριολεκτικά φορτισμένοι από τον πόνο και την αγωνία που χαρακτηρίζει το δράμα των οικογενειών τους. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς τα αισθήματα τους όταν σκάβουν για την αναζήτηση λειψάνων και πολύ περισσότερο όταν επιτυγχάνουν να τα εντοπίσουν σε μαζικούς τάφους ή και πεταγμένα, κάποιες φορές, στα ρέματα χειμάρρων και στις πλαγιές βουνών. Και πολύ πιο δύσκολο, ακόμα, είναι όταν από ένα μόνο μικρό τεμάχιο οστού κατορθώνουν με τις επιστημονικές τους εξετάσεις να το συνδέσουν με την τύχη ενός παλληκαριού που πολέμησε μέχρις εσχάτων για την ελευθερία μας, ή με την τύχη ενός συλληφθέντος και βάρβαρα εν ψυχρώ δολοφονηθέντος από τις δυνάμεις του εχθρού, πολίτη, γυναίκας και παιδιού.

Σε όλους αυτούς τους συνεργάτες και φίλους εκφράζω τη μεγάλη εκτίμηση μου για την προσφορά τους και τους συγχαίρω για την αφοσίωση τους σε αυτό που κάνουν και για το πάθος που τους διακρίνει για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα οι προσπάθειες τους.

Λέγοντας αυτά, δεν διστάζω και από το βήμα αυτό να εκφράσω μια μεγάλη συγγνώμη προς τους συγγενείς των αγνοουμένων μας για λάθη και παραλείψεις που έγιναν στο παρελθόν. Για λάθη και παραλείψεις που οφείλονται και σε βεβιασμένες κινήσεις, όχι μόνο από εμάς στην Κύπρο, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να παραδοθούν λανθασμένα οστά σε συγγενείς και τα οποία τάφηκαν σύμφωνα με τις θρησκευτικές μας παραδόσεις και αξίες. Κατανοώ την απογοήτευση και την πικρία που νιώθουν οι οικογένειες αυτών των ηρώων μας για την νέα τραγωδία που βιώνουν. Αυτό με κανένα τρόπο δεν αποτελεί βάλσαμο στις δοκιμαζόμενες οικογένειες. Όμως, θα πρέπει να τονίσω ότι σε καμιά περίπτωση τα οποιαδήποτε δικά μας λάθη, δικαιολογημένα ή μη, και οι δικές μας αδυναμίες μπορούν να εξισωθούν με τις ευθύνες και τα εγκλήματα της κατοχικής δύναμης. Ανεξάρτητα όμως, συνεχίζουμε τις προσπάθειές μας και εκεί που με δικές μας ενέργειες και πράξεις μπορούμε να επουλώσουμε τις πληγές και να απαλύνουμε τον πόνο, το πράττουμε, χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Και είναι στο πλαίσιο αυτό που αντιμετωπίσαμε όσα κακώς έγιναν το 1974 με τις άτακτες και ανορθόδοξες ταφές σε δυο κοιμητήρια της Λευκωσίας, εκείνων της Λακατάμειας και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Και ακόμα, των εκταφών λειψάνων που έγιναν χωρίς να ακολουθηθούν επιστημονικές μέθοδοι την περίοδο 1979-81 από τάφους που έφεραν απλώς την ένδειξη ότι είχαν ταφεί εκεί Ελλαδίτες αδελφοί μας ως επώνυμοι ή άγνωστοι. Ως αποτέλεσμα, διαπιστώθηκε επιστημονικά τα τελευταία χρόνια ότι δόθηκαν σε οικογένειες στην Ελλάδα λανθασμένα λείψανα για ταφή. Καταβλήθηκαν τεράστιες προσπάθειες για την εξασφάλιση γενετικών δειγμάτων από τις οικογένειες αυτές και για να συναινέσουν να επιστραφούν στην Κύπρο τα συγκεκριμένα λείψανα για επιστημονικές εξετάσεις. Έχουμε σχεδόν ολοκληρώσει την προσπάθεια αυτή, απομένει μόνο η επιστροφή ενός πολύ μικρού αριθμού λειψάνων. 

Υπάρχει επίσης και το τεράστιο πρόβλημα με τα λείψανα που φέρεται να ανήκουν σε Ελλαδίτες αδελφούς μας και τα οποία στο παρελθόν έτυχαν χημικού ψεκασμού στο οστεοφυλάκιο του Τύμβου της Μακεδονίτισσας. Έχουμε καταβάλει τεράστιες προσπάθειες, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό, με δύο εξειδικευμένα επιστημονικά εργαστήρια, ένα στις ΗΠΑ και το άλλο στη Μεγάλη Βρετανία για επίλυση των επιστημονικών προβλημάτων. Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δημιουργούν ελπίδες ότι τα προβλήματα αυτά θα επιλυθούν. Οι προσπάθειές μας συνεχίζονται ευελπιστώντας σε θετική κατάληξη.

Με αυτό το αίσθημα υψηλής ευθύνης αντιμετωπίσαμε και άλλα χρονίζοντα προβλήματα που αφορούσαν, ως επί το πλείστον, υποθέσεις Ελλαδιτών αγνοουμένων και πεσόντων αδελφών μας, στις ελεύθερες περιοχές. Έστω και με την πάροδο τόσων χρόνων από τη θυσία τους πραγματοποιήσαμε τη μεγάλη εκταφή στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας για εντοπισμό των λειψάνων των ηρώων καταδρομέων που επέβαιναν στο ΝΟΡΑΤΛΑΣ «ΝΙΚΗ 4». Ήταν μια δύσκολη και επικίνδυνη ανασκαφή, η οποία στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και τα 15 λείψανα που εντοπίστηκαν παραδόθηκαν στις οικογένειες τους. Κύπρος και Ελλάδα τίμησαν τους ήρωες μας και τις οικογένειες τους σε τελετή στην οποία παρέστη και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως και ο υπουργός Άμυνας της Ελλάδας. 

Εκτός από την μεγάλη ανασκαφή του ΝΟΡΑΤΛΑΣ πραγματοποιήσαμε το 2017 ακόμα μια ανασκαφή που αφορούσε Ελλαδίτες αδελφούς μας, που έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι τον Αύγουστο του 1964 όταν η τορπιλάκατος «ΦΑΕΘΩΝ» στη οποία επέβαιναν βυθίστηκε από τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας. Και στην περίπτωση αυτή έγιναν οι ταυτοποιήσεις με τη μέθοδο του DNA και τα λείψανα των ηρώων μας παραδόθηκαν στις οικογένειες τους. Ταυτόχρονα, συνεχίζονται και οι παραδόσεις λειψάνων ή μέρους λειψάνων Ελλαδιτών αδελφών μας που ταυτοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος εκταφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και του προγράμματος της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων. Οι παραδόσεις των λειψάνων των ηρώων μας γίνονται σε συνεργασία και με την Κυβέρνηση της Ελλάδας και πραγματοποιούνται σε ειδικές τελετές παρουσία των οικογενειών, όπου Κύπρος και Ελλάδα αποτίνουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους ήρωες μας που αγωνίστηκαν και έπεσαν υπερασπιζόμενοι τις αρχές και τις αξίες του απανταχού Ελληνισμού.

Η θυσία πολλών αδελφών μας από την Ελλάδα σε διάφορες χρονικές στιγμές στις μάχες για την προάσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου, υπογραμμίζει την κοινή πορεία του Ελληνισμού και αποτελεί αδιάψευστο δείκτη της ενότητας και της συστράτευσης μας στους κοινούς αγώνες.

Προς τις οικογένειες των Ελλαδιτών πεσόντων και αγνοουμένων, πέρα από τη συγγνώμη για τα λάθη και τις παραλείψεις των παλαιότερων χρόνων, εκφράζω την ίδια ώρα από τα βάθη της καρδιάς μου και τις ευχαριστίες και τον θαυμασμό μου για τη μεγαλοσύνη και την προσφορά των ίδιων και των παιδιών, ή και των συζύγων και πατεράδων τους, προς την ιδιαίτερη μας πατρίδα. Ταυτόχρονα, παρέχω, εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη, και τη διαβεβαίωση ότι θα συνεχίσουμε άοκνα τις προσπάθειες για τη δικαίωση της θυσίας τους ώστε να πνεύσει παντού στην Κύπρο μας, απ’ άκρου εις άκρον, ο άνεμος της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Κυρίες και κύριοι,

Έρχομαι τώρα στις προσπάθειες που ανελήφθησαν από την έναρξη του έργου της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους η οποία λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, με τη συμμετοχή εκπροσώπου τους, όπως και με τη συμμετοχή ενός Ελληνοκυπρίου και ενός Τουρκοκυπρίου μέλους. Από το 1981 που συστάθηκε και λειτουργεί η επιτροπή αυτή  με αποστολή να διερευνήσει και να εξακριβώσει την τύχη όλων των αγνοουμένων της Κύπρου, δυστυχώς δεν απέδωσε οτιδήποτε μέχρι και το 2006, οπόταν άρχισε με πολλά προβλήματα και δυσκολίες το πρόγραμμα εκταφών και αναγνώρισης λειψάνων, τόσο στις κατεχόμενες, όσο και στις ελεύθερες περιοχές.

Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στήριξε και στηρίζει με κάθε τρόπο το έργο της ΔΕΑ για την επίλυση της ανθρωπιστικής πτυχής του προβλήματος των αγνοουμένων. Όμως δεν είμαστε και δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα της ΔΕΑ. Παρά του ότι έχουν παρέλθει 12 και πλέον χρόνια, από την έναρξη του προγράμματος, 850 περίπου Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες αδελφοί μας εξακολουθούν να αγνοούνται. Μεταξύ αυτών και 47 Ελλαδίτες από το σύνολο των 77 που είχαν αρχικά καταχωρηθεί στον θλιβερό και μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων.

Το πρόγραμμα της ΔΕΑ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, ειδικά στον τομέα των εκταφών και των ταυτοποιήσεων. Η κατάσταση στον εντοπισμό λειψάνων στις κατεχόμενες περιοχές έχει περιέλθει σε ένα οριακά επικίνδυνο σημείο με ορατό πλέον τον κίνδυνο σύντομα να μην υπάρχουν λείψανα ελληνοκυπρίων στο ανθρωπολογικό εργαστήριο της ΔΕΑ για εξετάσεις. Ενδεικτικά για την σοβαρότητα της κατάστασης είναι και τα στατιστικά στοιχεία της ΔΕΑ, όπου το 2015 εντοπίστηκαν 156 λείψανα ή μέρος λειψάνων, το 2016 114, ενώ για το 2017 μόνο 49. Και είναι τραγικό ότι μέχρι στιγμής για τους πρώτους έξι μήνες του 2018 εντοπίστηκαν μόνο λείψανα 8 ατόμων. Η ίδια τραγική κατάσταση επικρατεί και στα στοιχεία που αφορούν τις ταυτοποιήσεις λειψάνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το πρώτο 4μηνο του 2018 ταυτοποιήθηκαν λείψανα 13 ατόμων σε σχέση με το 2017 όπου ήταν 118 και 115 το 2016.

Στοιχεία τα οποία εντοπίζει κανείς και στην ηλεκτρονική έκθεση προόδου των εργασιών της ΔΕΑ, η οποία όμως, δεν αγγίζει πολλά και διάφορα άλλα προβλήματα που για μας είναι ουσιώδους σημασίας για να επιτελέσει η Επιτροπή πλήρως την αποστολή της, τη διερεύνηση, δηλαδή, όλων ανεξαίρετα των υποθέσεων των αγνοουμένων μας.

Η τραγική και οριακή κατάσταση που έχουν περιέλθει οι προσπάθειες επίλυσης της τραγωδίας των αγνοουμένων οφείλεται, μπορώ να πω αποκλειστικά στην αδιαλλαξία που τηρεί για σχεδόν μισό αιώνα η κατοχική δύναμη.

O κατάλογος των ευθυνών και υποχρεώσεων της κατοχικής δύναμης  είναι βαρύς και ασήκωτος. Όπως βαρύς και ασήκωτος είναι και ο κατάλογος άλλων που έχουν τη δυνατότητα ή μπορούν να εξασκήσουν πιέσεις προς την χώρα αυτή να σεβαστεί επιτέλους τις αρχές και αξίες της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Η Τουρκία από το 1974 μέχρι και σήμερα, δεν συνεργάζεται, ούτε και αναλαμβάνει τις ευθύνες της για επίλυση της τραγωδίας των αγνοουμένων. Μιας τραγωδίας που η ίδια δημιούργησε και συντηρεί για σχεδόν μισό αιώνα προκαλώντας καθημερινά τόση δυστυχία και πόνο σε χιλιάδες συμπατριώτες μας. Η στάση αυτή της κατοχικής δύναμης είναι απάνθρωπη και απαράδεκτη.

Είναι η κατοχική δύναμη που αρνείται με περιφρόνηση να εφαρμόσει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους Ελληνοκύπριους και Ελλαδίτες αγνοούμενους όπως και τις πρόνοιες ψηφισμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Διεθνών Οργανισμών.  

Είναι η Τουρκία και ο κατοχικός στρατός της που έχουν προβεί στην απάνθρωπη και εγκληματική ενέργεια της καταστροφής μαζικών χώρων ταφής αγνοουμένων μας και της μετακίνησης των οστών τους σε άγνωστους χώρους. 

Είναι η Τουρκία που αρνείται να καταθέσει τις πληροφορίες που υπάρχουν στα στρατιωτικά της αρχεία για την τύχη των Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών αγνοουμένων αδελφών μας. 

Είναι η Τουρκία που αρνείται να υποδείξει τους μαζικούς χώρους ταφής όπου τάφηκαν αγνοούμενοί μας μετά από τις περισυλλογές από τα πεδία των μαχών που προέβη ο τουρκικός στρατός, μετά την λήξη των εχθροπραξιών.

Ακόμα και εκεί που επιτρέπονται οι εκταφές, στις λεγόμενες στρατιωτικές ζώνες, αυτό γίνεται με τους περιορισμούς που έθεσε ο κατοχικός στρατός: Εκταφές σε 10 σημεία ανά έτος υπό τον πλήρη έλεγχο του.

Δυστυχώς, με τις ενέργειες της και την πολιτική που ακολουθεί η κατοχική δύναμη περιορίζει στο ελάχιστο τη δυνατότητα εξασφάλισης των στοιχείων που είναι αναγκαία, ώστε να προχωρήσει με γρηγορότερους ρυθμούς η διαδικασία των εκταφών.

Μάλιστα, υπάρχουν φορές που λόγω των σκόπιμων μετακινήσεων από τον τουρκικό στρατό των λειψάνων από τους πρωτογενείς χώρους ταφής, στους συγγενείς παραδίδονται ένα και δύο μόνο μικρά οστά και τελούνται οι κηδείες για την ανάπαυση των ψυχών των αγαπημένων τους, ως εάν αυτό να μπορεί να επουλώσει τις πληγές από την εξαφάνιση τους και να απαντήσει στα αγωνιώδη ερωτήματα τους των τόσων χρόνων.

Κυρίες και κύριοι,

Σαράντα τέσσερα χρόνια πέρασαν από την βάρβαρη τουρκική εισβολή και ακόμη ψάχνουμε να εντοπίσουμε λείψανα και να κηδεύσουμε παλληκάρια μας που έπεσαν μαχόμενοι ή που μαρτύρησαν ενώ βρίσκονταν υπό σύλληψη.

Μια ιδιαίτερα τραγική πτυχή του θέματος, κοντά στις τόσες άλλες, είναι και το γεγονός ότι γονείς και σύζυγοι, ακόμα και παιδιά αγνοουμένων, φεύγουν από τη ζωή χωρίς να μάθουν νέα των αγαπημένων τους, χωρίς να μπορέσουν να τελέσουν τις κηδείες τους πριν οι ίδιοι ολοκληρώσουν το δικό τους κύκλο ζωής.

Θα πρέπει η Τουρκία να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες της και να συνεργαστεί πλήρως, ώστε να επιλυθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση και τακτικισμούς η ανθρωπιστική πτυχή της τραγωδίας των αγνοουμένων. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Δεν χωρούν άλλες σκοπιμότητες, ούτε και άλλα ψεύδη. Η αλήθεια θα πρέπει να λάμψει.

Η εξαφάνιση προσώπου αποτελεί πολλαπλή παραβίαση των βασικών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι παραβιάσεις αυτές δεν περιορίζονται στα δικαιώματα των αγνοουμένων προσώπων, αλλά επεκτείνονται και στα δικαιώματα των οικογενειών τους. Εκείνοι που διαπράττουν αυτό το έγκλημα δεν είναι ένοχοι μόνο για την εξαφάνιση των αγνοουμένων προσώπων, αλλά και για τη διαιώνιση της δυστυχίας των οικογενειών, με το να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες για την τύχη των αγαπημένων τους.

Θέλω να τονίσω για ακόμα μια φορά ότι η παράδοση μερικών οστών στις οικογένειες  των αγνοουμένων δεν αποτελεί για μας πλήρη διευκρίνιση της τύχης των αγαπημένων τους προσώπων. Η κατοχική δύναμη έχει ηθική, πολιτική και νομική ευθύνη και υποχρέωση να συνεργαστεί επιτέλους με ειλικρινή διάθεση και ανθρωπισμό, ώστε να δοθούν στις οικογένειες των αγνοουμένων οι πειστικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις που δικαιούνται για την τύχη των δικών τους ανθρώπων και που προνοούνται από τα διεθνή κρατούντα. Χωρίς τις πληροφορίες από τα αρχεία του τουρκικού στρατού και την υπόδειξη μαζικών τάφων από τους τούρκους, το πρόγραμμα της ΔΕΑ φαίνεται να έχει ημερομηνία λήξης με τραγικές συνέπειες για την πλειοψηφία των οικογενειών. 

Καταλήγω με την υπογράμμιση αυτού του κινδύνου, εμφορούμενος από την ανησυχία της μη διακρίβωσης τελικά όλων ανεξαίρετα των περιπτώσεων αγνοουμένων, επαναλαμβάνοντας ότι, χωρίς τον οφειλόμενο βαθμό συνεργασίας από την Τουρκία, και με όλους τους τακτικισμούς και τα προσκόμματα που προβάλλει προκειμένου να αποκρύψει τις τεράστιες ενοχές και τις ευθύνες της, τα πράγματα, ναι, είναι πολύ δύσκολα.

Αυτό, όμως, δεν θα κάμψει ποτέ την αποφασιστικότητα μας να συνεχίσουμε τον δύσκολο και συνάμα ιερό αυτό αγώνα της δικαίωσης και της αποκατάστασης των δικαιωμάτων των αγνοουμένων και των οικογενειών τους.  Η Κυπριακή Δημοκρατία σε συνεργασία και με την Κυβέρνηση της Ελλάδας και τα οργανωμένα σύνολα των συγγενών όπως και με άλλες φίλες κυβερνήσεις και οργανισμούς, αναλαμβάνει συντονισμένες ενέργειες για αποτροπή της επικίνδυνης κατάστασης που έχει προκύψει στις προσπάθειες επίλυσης της τραγωδίας των αγνοουμένων. 

Οι προσπάθειές μας στοχεύουν στην ενημέρωση των σημαντικών κέντρων λήψης αποφάσεων για την πραγματική εικόνα που επικρατεί, καθώς και για τις δυσκολίες και τα προβλήματα που δημιουργούνται λόγω της άρνησης της Τουρκίας να συνεργαστεί. 

Ταυτόχρονα, επεξεργαζόμαστε και ένα σχέδιο με ενέργειες και πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν για αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων ευελπιστώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα ανατρέψουμε το σκηνικό που έχει διαμορφώσει η τουρκική αδιαλλαξία προς όφελος των δοκιμαζόμενων οικογενειών.

Αυτό μας  επιβάλλει το χρέος μας προς τους ήρωες μας, τις οικογένειες τους και τις επερχόμενες γενεές.

Σας ευχαριστώ.