Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Γραφείο Επιτρόπου Προεδρίας

Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Χριστοδουλίδη στα Αποκαλυπτήρια του Μνημείου Πεσόντων και Αγνοουμένων του 1974 της Κοινότητας Άχνας, ΓΤΠ 12/09/2023


Μέσα από τις πιο μαύρες ώρες της Ιστορίας, η μόνη ελπίδα που ξεπροβάλλει ως ακτίδα φωτός είναι ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των ανθρώπων. Των απλών καθημερινών ανθρώπων που καταφέρνουν να αφήνουν το «εγώ» και να θυσιάζονται για το «εμείς».

Γιατί ένας τόπος σαν τον δικό μας, μικρός, μια σταλιά, σε μια γεωγραφική περιοχή ιδιαίτερης γεωστρατητικής σημασίας, έχει ανάγκη περισσότερο από όλους το «εμείς», έχει ανάγκη ανθρώπους. Ανθρώπους που στις πιο μαύρες σελίδες, αυτοί θα γράφουν για το «εμείς» με τα πιο λαμπρά γράμματα.

Και η Κοινότητα της κατεχόμενης ’χνας είχε την τύχη και τιμή να γεννήσει αρκετούς τέτοιους ανθρώπους, προεξεχόντων αυτών που σήμερα είμαστε εδώ για να τιμήσουμε.

Και δεν θα μπορούσα, στο πλαίσιο της σημερινής εκδήλωσης – και εδώ μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία από ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους το 1974 – να μην αναφερθώ και στον ρόλο που διαδραμάτισε το Δασάκι της ’χνας, το μαύρο καλοκαίρι του 1974, όταν ο λαός μας δοκιμαζόταν με τον πιο σκληρό και άτεγκτο τρόπο. Ήταν εδώ, ναι, στο Δασάκι της ’χνας, που βρήκαν το πρώτο καταφύγιό τους, που δέχτηκαν την πρώτη φιλοξενία δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, που ξεριζώθηκαν βίαια από τον τουρκικό Αττίλα. Εδώ, στο Δασάκι της ’χνας, δόθηκε για πρώτη φορά η ιστορική υπόσχεση ότι την κατεχόμενη γη μας δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ και θα αγωνιστούμε μέχρι την ευλογημένη ώρα της επιστροφής.

Είναι εδώ στο Δασάκι της ’χνας, που ο λαός μας, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την πρώτη βάρβαρη επέλαση των τουρκικών δυνάμεων, απέδειξε ότι δεν θα γονατίσει μπροστά σε κανέναν και σε τίποτα, γιατί εδώ δώσαμε ο ένας το χέρι στον άλλον, και μέσα στον πόνο και τον οδυρμό, αντιτάξαμε τη φιλοπατρία και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, τον συμπατριώτη, τον πρόσφυγα. Παρά τις κακουχίες της προσφυγιάς, το πλεόνασμα αλληλεγγύης δεν άφησε την ελπίδα να σβήσει, τη θέριεψε στις ψυχές μας και τη μετέτρεψε σε άσβεστη φλόγα για αγώνα.

Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να αποδώσουμε τον ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτούς που θυσίασαν τη ζωή τους για να συνεχίσει να υπάρχει το κυπριακό κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία, η πατρίδα μας, ο τόπος μας.

Οι ήρωες που τιμούμε σήμερα αποτελούν πραγματικό φάρο που φωτίζει την ιστορική μας μνήμη, έτσι ώστε ποτέ να μην παραστρατίσουμε από τον δρόμο του αγώνα για την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας. Δικαίως, η ’χνα, όπως και τόσες άλλες Κοινότητες σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, νιώθει υπερηφάνεια για τα άξια τέκνα της που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς.

Συγχαίρω, λοιπόν, θερμά την Κοινότητα ’χνας, καθώς και τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ακόμη περισσότερο για το γεγονός ότι αυτό το έργο έγινε χωρίς την οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση για την Κοινότητα, αλλά ούτε και την όποια κρατική βοήθεια, για την ανέγερση του εν λόγω μνημείου, όπως επίσης και τον συντελεστή που φιλοτέχνησε τις προτομές των ηρώων.

Επιτρέψτε μου, στο πλαίσιο της σεμνής αυτής τελετής των αποκαλυπτηρίων των ηρώων μας, να αναφερθώ τηλεγραφικά, χωρίς υπερβολές, στο μεγαλείο – και αυτό είναι το πιο σημαντικό μέσα από αυτές τις εκδηλώσεις– στις παρακαταθήκες που μας αφήνουν ως χρέος οι θυσίες των παιδιών αυτών, όλοι με καταγωγή από την ηρωοτόκο ’χνα, επειδή περί πολύ νεαρών παιδιών πρόκειται, που με σθένος και παρρησία επέλεξαν τον δρόμο της θυσίας και της αιωνιότητας.

Ο ’δωνης Χριστοφόρου, νέος μόλις 19 χρονών, λοχίας του 399 Τάγματος Πεζικού, «χάθηκε» στην προσπάθεια υπεράσπισης της πατρίδας, μέσα στη λαίλαπα του πολέμου βόρεια του χωριού Συγχαρί. Δυστυχώς, εκεί εντοπίστηκαν και τα οστά του πολλά χρόνια μετά και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA.

Ο Κυριάκος Παναγιώτη Κκολού, παιδί 18 χρονών, τον Ιανουάριο του 1974, κατετάγη στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς και υπηρέτησε στην 181η Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού με τον βαθμό του Δεκανέα. Θυσιάστηκε και αυτός υπέρ βωμών και εστιών στις 23 Ιουλίου 1974, κατά την ηρωική μάχη στο Συγχαρί.

Ο Λάμπρος Βαρδάκη Δημητρίου κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά και υπηρέτησε στην 32η Μοίρα Καταδρομών, με την οποία έλαβε μέρος σε πολλές μάχες κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής. Σε μία εξ αυτών, υπερασπιζόμενος το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας, έπεσε νεκρός στα 24 του χρόνια.

Νέος, μόλις 19 ετών, ήταν ο Παναγιώτου Κωνσταντίνος, επίσης από την ’χνα. Πέρασε στην αιωνιότητα, πιστός στο καθήκον προς την πατρίδα στις 20 Ιουλίου 1974, κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού από τον τουρκικό στρατό, του στρατοπέδου του Πυροβολικού Λευκωσίας, στην Αθαλάσσα.

Τιμούμε σήμερα και τον Γεώργιο Ιωακείμ, με καταγωγή από τη Μακράσυκα, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος, υπηρετώντας τη θητεία του στην 183η Μοίρα Πυροβολικού, στον ’γιο Ερμόλαο Κερύνειας, σε ηλικία μόλις 23 χρόνων.

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στους στρατιώτες που κατάγονται από τη μαρτυρική ’χνα και, δυστυχώς, η τύχη τους αγνοείται μέχρι σήμερα. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον αγνοούμενο 20χρονο στρατιώτη Αδούλη Σενέκκη, που υπηρετούσε στο 251 Τάγμα Πεζικού, στον αγνοούμενο 19χρονο στρατιώτη Ανδρέα Παύλου, ο οποίος υπηρετούσε στο 211 Τάγμα Πεζικού, στον αγνοούμενο 23χρονο έφεδρο αξιωματικό Γεώργιο Σωκράτη Γεωργίου και στον αγνοούμενο 19χρονο στρατιώτη Γιαννάκη Κόκκινο που υπηρετούσε στην 182η Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού.

Όπως αγνοούμενοι, δυστυχώς, συνεχίζουν να είναι οι πολίτες Θεοδόσης Γιαννάκη, πατέρας πέντε παιδιών που εναγωνίως αναζητούν τον πατέρα τους από τις 5 Φεβρουαρίου 1975 όταν παρανόμως συνελήφθη από τα κατοχικά στρατεύματα, όπως ακριβώς έκαναν και με τον Νικόλα Λίγγη, που η τύχη του αγνοείται από τον Σεπτέμβριο του 1974 όταν προσπάθησαν να επισκεφθούν το σπίτι τους στην κατεχόμενη ’χνα με τη σύζυγο του Αντρούλα Σάββα, την οποία δολοφόνησαν εν ψυχρώ.

Τιμούμε, επίσης, τον Θεοδόση Πιτσιλλίδη, ο οποίος απεβίωσε εν ώρα υπηρεσίας κατά τη Γενική Επιστράτευση του 1967 και τον έφεδρο στρατιώτη Παναγιώτη Μαρτή, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα ενώ μετέβαινε για υπηρεσία στη μονάδα του στον Μαθιάτη το 1986, αφήνοντας πίσω του σύζυγο και δύο παιδιά.

Οι πληγές της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής παραμένουν εδώ και 49 χρόνια ανοιχτές. Τις ζούμε και τις βιώνουμε καθημερινά, τις βλέπετε κάθε πρωί εδώ στην ’χνα.

Οι πρόσφυγες, οι αγνοούμενοι, οι εγκλωβισμένοι, η παράνομη κατοχή και η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού συνεχίζονται και παραμένουν η πιο ηχηρή υπενθύμιση του ιστορικού χρέους που έχουμε για την απελευθέρωση της πατρίδας μας. Ένα ιστορικό χρέος που αντηχεί μέσω και του ηρωισμού και της θυσίας όλων αυτών που τιμούμε σήμερα. Έχουμε, λοιπόν, ηθική υποχρέωση να μην συμβιβαστούμε με την κατοχή, και αυτή είναι και η υπόσχεσή μας προς τις μελλοντικές γενιές τούτου του τόπου.

Είναι ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο που εργαζόμαστε στη βάση συγκεκριμένου πλάνου και σχεδιασμού, έτσι ώστε να πετύχουμε την άρση του αδιεξόδου και την επανέναρξη των συνομιλιών που θα μας οδηγήσουν στην επίλυση του Κυπριακού, στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των αρχών και αξιών της ΕΕ.

Και πραγματικά ελπίζω, θα πράξω ό,τι είναι δυνατόν, την ερχόμενη βδομάδα στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, να δημιουργηθούν εκείνα δεδομένα που θα μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε πραγματικά για επανέναρξη των συνομιλιών που θα οδηγήσουν στην επίλυση του Κυπριακού.

Οι ήρωές μας, οι ήρωες που τιμούμε σήμερα, οι ήρωες των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού «απαιτούν» ένα και μόνο μνημείο, «απαιτούν» την απερίσπαστη προσήλωσή μας στον αγώνα για δικαίωση της θυσίας τους. «Απαιτούν» να πράξουμε ό,τι είναι δυνατόν για να απελευθερώσουμε την αγαπημένη τους Κύπρο για την οποία οι ίδιοι δεν δίστασαν να πάρουν τον δρόμο της αιωνιότητας.

Οι προτομές τους από σήμερα θα είναι ακόμη μια ιστορική υπενθύμιση του χρέους και του υπέρτατου καθήκοντος που αναλάβαμε. Τιμούμε τη μνήμη τους, και συνεχίζουμε το έργο τους για προάσπιση της πατρίδας, για απελευθέρωση και επανένωση του τόπου μας.

(ΡΜ/ΕΠ)